Friday, February 28, 2020
Friday, January 19, 2018
Tuesday, August 22, 2017
Thursday, July 13, 2017
Tuesday, March 7, 2017
Άρθρο στο Capital.gr
Η αρπαγή της Ευρώπης
από τον εθνολαϊκισμό
Του
Δρα Ανδρέα Μήλιου*
Η αύξηση των ποσοστών των εθνολαϊκιστών, που
παρατηρείται τελευταία στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, φαίνεται πως δεν είναι
συγκυριακή. Αρχίζει και εδραιώνεται σε
χώρες με υψηλό βιοτικό επίπεδο, οικονομική ισχύ και βαθιά παράδοση στις
δημοκρατικές αξίες και τα δημοκρατικά ιδανικά και αποκτά δυναμική. Το κοινωνικό
κράτος δικαίου μεταλλάσσεται αργά αλλά σταθερά σε εθνολαϊκιστική οντότητα, με
επίκληση τον αγνό πατριωτισμό. Οι εθνικολαϊκιστές, παραφράζοντας τις θεμελιώδεις αρχές του «δημοκρατικού
αυτοκαθορισμού» που ανέπτυξε ο J. Habermas και περιλαμβάνει την πολιτιστική ενοποίηση του
πληθυσμού, την συνείδηση συλλογικής ταυτότητας, την συνειδητοποίηση του ανήκειν
σε ένα κοινό όλον και την αυτοδιάθεση και ενεργή συμμετοχή των πολιτών στη
διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης, επιχειρούν να γκρεμίσουν συνθέμελα το
οικοδόμημα του κοινωνικού κράτους δικαίου, η ανοικοδόμηση του οποίου απαίτησε
πολλές δεκαετίες.
Το μετανεοτερικό κράτος, η υπερεθνική παγκόσμια τάξη
και η παγκοσμιοποίηση αντιμετωπίζονται από τους όψιμους εθνικολαϊκιστές ως
πηγές παραγωγής κοινωνικής ανισότητας και κοινωνικοοικονομικής καταπίεσης και
ως αποδιοπομπαίοι τράγοι. Τα δημοκρατικά ιδεώδη της ελευθερίας, της ισότητας
και της αλληλεγγύης αντιμετωπίζονται απαξιωτικά
και συμπιέζονται μέχρι σύνθλιψης από μια ιδεολογία που εμπεριέχει
εθνικολαϊκιστικά και ξενοφοβικά στοιχεία και υπερασπίζεται την εθνική
καθαρότητα, η οποία αντικατοπτρίζεται στην κοινή καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και
ιστορία.
Ο μετανεοτερικός εθνικολαϊκισμός υπερασπίζεται το δικαίωμα
της εθνικής αυτοδιάθεσης και της εθνικής ανεξαρτησίας, παραγνωρίζοντας τα δεινά
και τους πολέμους που αυτές προξένησαν στο παρελθόν. Οι θιασώτες του θεωρούν
ότι οι γνωστικές ασυμφωνίες των διαφορετικών πολιτιστικών τρόπων ζωής και οι
υβριδικές διαφοροποιήσεις στην αφομοίωση των πολιτιστικών προτύπων υπονομεύουν
τον ομοιογενή τρόπο ζωής και την συνεκτικότητα και καθιστούν επισφαλή την
συλλογική ταυτότητα, κλονίζοντας την ομοιογενή βάση της αλληλεγγύης μεταξύ των
πολιτών.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι ανοίξαμε ένα νέο
κοινωνικοπολιτικό κεφάλαιο στην ιστορία; Ότι μπήκαμε στην τροχιά μιας εποχής
στην οποία μπορεί να συμβεί το αδιανόητο; Ότι ο νέος εθνικολαϊκισμός θα
ενταφιάσει το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος δικαίου; Πιθανώς να συμβαίνουν ή να συμβούν
όλα τα παραπάνω. Διαφορετικά, πως μπορεί να εξηγήσει κανείς την εκλογή του
Τραμπ, το Brexit, την άνοδο των ποσοστών του
εθνικολαϊκισμού στη Γαλλία, την Ολλανδία, την Φιλανδία, την Αυστρία, την
Ιταλία, την Γερμανία, την Ελλάδα και αλλού; Εάν σε αυτές τις χώρες προστεθούν
και οι χώρες με αβαθείς δημοκρατικές παραδόσεις, όπως αυτές του πρώην υπαρκτού
σοσιαλισμού (Ρωσία, Λευκορωσία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, κ.α.) και η
μουσουλμανική Τουρκία, δεν απομένει πολύς χώρος για να συνεχίσει να ευδοκιμεί στον
ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο η φιλελεύθερη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.
Τι μας οδήγησε στην κατάσταση αυτή; Γιατί διεκόπη
άδοξα η πορεία της περαιτέρω ενοποίησης της ΕΕ, της διεθνοποίησης και της
παγκοσμιοποίησης; Για την αντιστροφή αυτής της τάσης είναι εξίσου υπαίτιοι τόσο η συμπεριφορά της καθεστηκυίας τάξης των
πολιτικών και οικονομικών ελίτ, όσο και οι πολιτικές που εφαρμόζονται τις
τελευταίες δύο δεκαετίες από την εξουσιολάγνα και αδρά αμειβόμενη γραφειοκρατία
των Βρυξελλών.
Πρώτο βασικό αίτιο είναι η ενσωμάτωση στην ΕΕ των χωρών του πρώην
υπαρκτού σοσιαλισμού. Το εγχείρημα ήταν πρόωρο και άστοχο, διότι τα
πολιτικοοικονομικά και κοινωνικά δεδομένα των χωρών αυτών δεν επέτρεπαν καμιά αισιοδοξία
για μεσοπρόθεσμη πολιτική και οικονομική σύγκλιση. Πρόκειται για μια κραυγαλέα
λανθασμένη στρατηγική κίνηση, αφού όπως αποδείχθηκε, οι χώρες αυτές, είκοσι
επτά χρόνια μετά την απελευθέρωσή τους από τον δυναστικό, ψευδοσοσιαλιστικό
ζυγό, δυσκολεύονται να ενσωματώσουν στο πολίτευμά τους τις αρχές και τα ιδεώδη
της δυτικού τύπου δημοκρατικής διακυβέρνησης, ενώ και η σύγκλιση των οικονομιών τους με τον μέσο όρο της Ε.Ε.
φαντάζει άπιαστο όνειρο. Αυτές, όμως, οι αδυναμίες των εν λόγω χωρών συνέβαλαν,
σε μεγάλο βαθμό, στην διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής της Ε.Ε., μιας από τις
θεμελιοδέστερες αρχές της, η οποία προχωρούσε ούτως ή άλλως ασθμαίνοντας,
εξαιτίας των δυσκολιών προσαρμογής των χωρών του νότου. Οι πολίτες των χωρών
αυτών προσέτρεξαν στον παράδεισο της Ε.Ε.,
ο οποίος όμως αποδείχθηκε πως μόνον παράδεισος δεν ήταν, διότι τα δικαιώματα
και οι απολαβές από την ένταξη συνοδεύονταν από σοβαρές υποχρεώσεις και
δύσκολες μεταρρυθμίσεις, άγνωστες στα μέχρι τότε ήθη και τρόπο ζωής τους.
Δεύτερο βασικό αίτιο υποκίνησης του ευρωσκεπτικισμού είναι
η δυσκίνητη και συχνά αλαζονική συμπεριφορά του γραφειοκρατικού μηχανισμού των
Βρυξελλών. Αρχές, διαδικασίες, δυσκινησία στη λήψη αποφάσεων και αποφάσεις που
αντιστρατεύονται στα εθνικά συμφέροντα των κρατών-μελών προκαλούν δυσφορία
στους πολίτες, η οποία επιδεινώνεται και μετατρέπεται σε αγανάκτηση από τις
παχυλές αμοιβές των αξιωματούχων.
Τρίτο βασικό αίτιο, είναι η αδυναμία της Ε.Ε. να
αντιμετωπίσει την ανεργία και ιδιαίτερα αυτήν των νέων. Την στιγμή που η
γραφειοκρατία των Βρυξελλών τρέφεται με το γάλα των παχιών αγελάδων, οι οποίες
εκτρέφονται από την φορολογία των
πολιτών των κρατών–μελών, οι νέοι στα κράτη-μέλη είναι άνεργοι σε ποσοστό που
φθάνει το 50% ή εργάζονται με μισθούς που δεν ξεπερνούν τα πεντακόσια ευρώ ή
μεταναστεύουν σε αναζήτηση καλύτερης τύχης.
Σε όλα τα παραπάνω ήρθε να προστεθεί τελευταία και η
αδυναμία της Ε.Ε. να αντιμετωπίσει το
εκρηκτικό πρόβλημα του προσφυγικού-μεταναστευτικού ζητήματος. Ο μηχανισμοί της
Ε.Ε. συνελήφθησαν κοιμώμενοι. Όχι μόνον δεν προέβλεψαν το πρόβλημα, αλλά όταν
αυτό άρχισε να διογκώνεται δεν έδειξαν τα απαιτούμενα αντανακλαστικά, με
αποτέλεσμα αφενός να επιφορτισθούν το μεγαλύτερο κόστος η Ελλάδα και η Ιταλία,
αφετέρου να αποτελέσει αυτό την
θρυαλλίδα για ανάπτυξη ξενοφοβικών συναισθημάτων που οδήγησαν στην περιχαράκωση
των περισσότερων κρατών—μελών και στην ανέγερση τειχών.
Μετά από όλα αυτά, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η
κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Πιστεύω πως είναι, υπό την προϋπόθεση ότι η Ε..Ε.
θα προχωρήσει στην υλοποίηση δομικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την
εικόνα της και θα της προσδώσουν νέα δυναμική. Ως αναγκαιότερες θα σκιαγραφήσω, για την
οικονομία του χώρου, τρεις: την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής, την
μετεξέλιξη της εξωτερικής πολιτικής σε δυναμικό εργαλείο καθορισμού της
συνολικής της πολιτικής διεύθυνσης και την απεπαγγελματοποίηση του
γραφειοκρατικού μηχανισμού και της πολιτικής.
Η ενδυνάμωση των δικτύων της κοινωνικής πρόνοιας,
μέσω της χρηματοδότησης δράσεων και πολιτικών στους τομείς της εργασίας, της
εκπαίδευσης, της φτώχειας, κ.λ.π., θα δώσει προοπτική στους νέους και
αξιοπρέπεια στους κοινωνικά αποκλεισμένους.
Η δυναμική εξωτερική πολιτική θα επιτρέπει στην Ε.Ε.
να παρεμβαίνει προληπτικά και έγκαιρα στα σημεία που γεννώνται τα προβλήματα και
όχι πυροσβεστικά ασθμαίνοντας. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να αυτονομηθεί, να
κοιτάξει στα μάτια την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και να πάψει να αποτελεί
παρακολούθημα της τελευταίας. Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δημιούργησε τα
προβλήματα στην Β. Αφρική και στη Μέση Ανατολή, αλλά η Ε.Ε. επωμίζεται το
κόστος του προσφυγικού ρεύματος.
Τέλος, η απεπαγγελματοποίηση του γραφειοκρατικού
μηχανισμού και της πολιτικής, που θα περιλαμβάνει ανώτατο όριο ετών υπηρεσίας για τους αξιωματούχους και θητειών
για τους ευρωβουλευτές, καθώς και κατάργηση των παχυλών προνομίων, θα διαρρήξει
τον δίαυλο της διαπλοκής που ποδηγετεί τις πολιτικές της, θα καταπολεμήσει το lobbing και
την διαφθορά και θα αιματώσει την κεντρική σκηνή των Βρυξελλών με νέο, υγιές
και άξιο παραγωγικό ανθρώπινο δυναμικό. Αν μάλιστα αυτό συνδυασθεί με την
υποχρεωτική αξιοποίηση των αποχωρούντων από την Ε.Ε. αξιωματούχων στις κρατικές
δομές των κρατών–μελών, το όφελος των τελευταίων θα είναι πολλαπλασιαστικό.
Κοντολογίς, η Ε.Ε. θα πρέπει να αναζητήσει και να
ενεργοποιήσει και πάλι εκείνο το οραματικό αίσθημα ευθύνης, το οποίο θα αναχαιτίσει
τις φαινομενικά αναπόδραστες βουλές των ζοφερών δυνάμεων, που επιχειρούν να στείλουν
την Ευρώπη και πάλι στην αγκαλιά του εωσφόρου και να ξαναγράψουν την ιστορία ως
φάρσα.
Ο Ανδρέας Μήλιος είναι διδάκτορας Πολιτειολογίας του
Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης και οικονομολόγος με μεταπτυχιακό στο
Μάρκετινγκ.
Monday, November 21, 2016
Άρθρο στο capital.gr
Η υπέρμετρη οργή γεννά παραφροσύνη

Του Ανδρέα Μήλιου*
Η εκλογή του Trump στις ΗΠΑ θα απασχολήσει, το προσεχές διάστημα, ως γεγονός πολυπαραγοντικών ερμηνειών, τη σκέψη και την κρίση επιστημόνων πολλών επιστημονικών πεδίων, και σίγουρα θα δώσει τροφή σε πολιτειολόγους, κοινωνιολόγους, φιλοσόφους, ιστορικούς, ψυχολόγους, ψυχαναλυτές και ψυχιάτρους. Και δικαιολογημένα, διότι το αποτέλεσμα της εκλογής θέτει ζητήματα πολιτικής, κοινωνιολογικής και ψυχολογικής συμπεριφοράς των εκλογέων, που επηρεάζουν την λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας. Γιατί το 8% των Αφροαμερικανών και το 29% των Ισπανόφωνων Αμερικανών ψήφισαν για πρόεδρο έναν ξενοφοβικό, ρατσιστή και σεξιστή που υποσχέθηκε ότι θα απελάσει όλους τους μη νόμιμους μετανάστες και θα κτίσει τείχος στα σύνορα του Μεξικού; Γιατί οι άνδρες άνω των 45 ψήφισαν Τράμπ και η πλειοψηφία του συνόλου των γυναικών Κλίντον; Γιατί το 52% των νέων ψήφισε Κλίντον και η πλειοψηφία των ηλικιωμένων Τράμπ και γιατί το 67% των ψηφοφόρων χωρίς ανώτατη μόρφωση ψήφισε Trump; Γιατί η Κλίντον, τυπική εκπρόσωπος του κατεστημένου, μειοψήφησε στις ανώτερες εισοδηματικές τάξεις και στους λευκούς και ο Τραμπ, ένας εκκεντρικός μεγιστάνας με σκοτεινό παρελθόν που γιγαντώθηκε μέσα στο σύστημα, πλειοψήφισε στους λευκούς βιομηχανικούς εργάτες;
Τα αίτια αυτής της εκλογικής συμπεριφοράς είναι πολυσύνθετα και πολυπαραγοντικά και θα δυσκολευόταν να τα εντοπίσει ακόμα και ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης, ο θεμελιωτής της λογικής επιστήμης, αφού δεν έχουν ίχνος λογικής. Ωστόσο, ο εντοπισμός των αιτίων αυτών είναι άξιος προσπάθειας και λόγου.
Αρχικά, το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών δεν πρέπει να εξετασθεί ως ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως γεγονός με παγκόσμια συνάφεια. Ο σπόρος του λαϊκισμού, του ξενοφοβισμού και του ρατσισμού φύτρωσε αρχικά στις ευρωπαϊκές χώρες με ισχυρή και βαθιά δημοκρατική παράδοση, όπως η Γαλλία, η Αγγλία, η Ολλανδία και η Σκανδιναβία, και σχεδόν ταυτόχρονα επεκτάθηκε και στις χώρες του άδοξα τεθνεώτος υπαρκτού σοσιαλισμού που, κάτω από το ζυγό του σοβιετικού ολοκληρωτισμού, ατύχησαν να γευτούν τα ελέη της δημοκρατίας και του πλουραλισμού. Η ανάπτυξη φαινομένων ξενοφοβισμού και ρατσισμού στις δεύτερες εξηγείται εύκολα από την απουσία δημοκρατικής παιδείας και την έλλειψη δημοκρατικής παράδοσης. Διότι έχοντας βιώσει επί δεκαετίες τον διεθνή απομονωτισμό, αδυνατούν να συγχρωτισθούν με την πολυπολιτισμικότητα, την διαφορετικότητα και τον πλουλαρισμό. Γι’ αυτό και οι απόψεις που θα διατυπωθούν δεν αφορούν αυτές τις χώρες αλλά εκείνες που τους τελευταίους δύο περίπου αιώνες έζησαν εν δημοκρατία.
Τα τελευταία χρόνια, στις δυτικές ώριμες δημοκρατίες, οι ψηφοφόροι ψηφίζουν με κριτήριο το θυμικό τους, στοχεύοντας στην τιμωρία του πολιτικοκοινωνικού κατεστημένου. Ψηφίζουν με δυσπιστία και μνησικακία, με βάση έναν ανεξιχνίαστο συναισθηματικό ανορθολογισμό. Ψηφίζουν οργισμένα και αντισυστημικά κατά του κατεστημένου που ελέγχει την πολιτική, την οικονομία και τα ΜΜΕ, το οποίο θεωρούν ότι είναι ο βρόγχος που πνίγει την δημοκρατία. Ψηφίζουν κατά της διαπλοκής των πολιτικο-οικονομικών συμφερόντων, της διαφθοράς, της αδιαφάνειας, του πελατειασμού και του πολιτικού επαγγελματισμού, που πιστεύουν ότι τους στερούν την ελπίδα για καλύτερη ζωή. Οι ψηφοφόροι αυτοί δεν είναι ούτε κοινωνικοί ουραγοί, ούτε αναρχικοί, αλλά η μεσαία τάξη που φθίνει συνεχώς και βλέπει το επίπεδο της ζωής να υποβαθμίζεται διαρκώς. Καλείται να καταβάλλει περισσότερους φόρους, να εργασθεί περισσότερες ώρες με μικρότερη αμοιβή, να λάβει μικρότερη σύνταξη, τη στιγμή που βλέπει την άρχουσα τάξη να ευημερεί, να αυξάνει την περιουσία και τον πλούτο της και την φοροδιαφυγή να αντιμετωπίζεται ως ανίκητη Λερναία Ύδρα.
Η εκλογική αυτή συμπεριφορά είναι κατανοητή και δικαιολογημένη, αλλά παράλληλα αλυσιτελής. Το να επιλέγει κανείς τους εθνικούς αντιπροσώπους του με βάση τα αρνητικά φορτία του θυμικού του και ιδίως με εκδήλωση της οργής είναι αυτοκαταστροφικό. Η ανθρωπότητα έχει βιώσει πολλές φορές στο παρελθόν τα αποτελέσματα αυτής της συμπεριφοράς. "Ουδείς ουδέν μετ’ οργής ασφαλώς βούλεται" (Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί με σύνεση όταν είναι οργισμένος) έγραψε ο Ευριπίδης και "Πολλά έστι του θυμού φοβερά, πολλά δε και γελοία" συμπλήρωσε ο Πλούταρχος. Λόγια διατυπωμένα πριν από διόμισυ χιλ. χρόνια που αντιστοιχούν εκατό τοις εκατό στη σημερινή πραγματικότητα, σαν να πρόκειται για ιερή προφητεία.
Εάν δεν κινητοποιηθούν νέες άφθαρτες δυνάμεις κατά της επικρατούσας ηθικής και θεσμικής υποβάθμισης και έκπτωσης των δημοκρατικών θεσμών, θα δικαιωθεί η θεωρία ενός ακόμα διανοητή της αρχαιότητας του Πυθαγόρα, σύμφωνα με την οποία τα γεγονότα επαναλαμβάνονται με κάποια μορφή στο διηνεκές και τίποτα δεν είναι αποκλειστικά καινούριο. Η θεωρία, δηλαδή, την οποία, αιώνες αργότερα, ασπάσθηκε ο Νίτσε και την ονόμασε "αιώνια επιστροφή" (Ewiger Rueckkehr) των όσων συμβαίνουν στον κόσμο.
Η ρητορική του Τραμπ για περήφανο έθνος, επανάκτηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας, ομαδικές απελάσεις, κ.λ.π. έχει πολλά κοινά με την ρητορική του σφαγέα της Ευρώπης.
Το ίδιο αναποτελεσματική, βέβαια, είναι και η εκλογική συμπεριφορά που στοχεύει στην διατήρηση του υπάρχοντος κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου. Οι κυριαρχούσες ελίτ δεν είναι διατεθειμένες να απαρνηθούν τα προσοδοφόρα προνόμια και οφέλη που τους επιδαψιλεύει το ελεγχόμενο από αυτούς ισχύον καθεστώς. Θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν κάθε μέσο, προκειμένου να μην διακοπεί η διαδικασία προσπορισμού αυτών των οφελών, αδιαφορώντας για το βιοτικό επίπεδο και τις προοπτικές των παιδιών του κατώτερου θεού.
Συνεπώς, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν το υπάρχον αξιακό κεκτημένο του σύγχρονου κράτους δικαίου μπορεί να διασωθεί και η κατάσταση να αναταχθεί. Προσωπικά πιστεύω, και αυτό υποστηρίζω στο τελευταίο υπό έκδοση βιβλίο μου, ότι η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί μόνο με την υιοθέτηση κομβικών θεσμικών αλλαγών που θα απονευρώσουν το υπάρχον πολιτικοκοινωνικό κατεστημένο, βασικότερη και αναγκαιότερη των οποίων θεωρώ ότι είναι η απεπαγγελματοποίηση της πολιτικής. Η μετατροπή, δηλαδή, των πολιτικών αξιωμάτων της κεντρικής πολιτικής σκηνής σε λειτουργήματα προσφοράς στην πατρίδα.
Η υλοποίηση αυτής της θεσμικής αλλαγής προϋποθέτει θέσπιση ανώτατου ορίου θητειών, μιας ή το πολύ δύο, στα εν λόγω αξιώματα, κατάργηση των ιδιαίτερων προνομίων που τα συνοδεύουν και αποπολιτικοποίηση των θέσεων ευθύνης των δημόσιων οργανισμών και της διοίκησης. Με την θεσμική αυτή αλλαγή το δημοκρατικό πολίτευμα θα έχει σημαντικά οφέλη, με κυριότερο την αποκατάσταση της διαρραγείσας εμπιστοσύνης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Ειδικότερα, το δημοκρατικό πολίτευμα θα απαλλαγεί από τα φαινόμενα οικογενειοκρατίας, ευνοιοκρατίας και φαβοριτισμού και από την επιβίωση ανένσημων, ανεπάγγελτων, ατάλαντων και καιροσκόπων πολιτικών. Θα καταπολεμηθεί η αδηφαγία της εξουσίας και θα αιματωθεί η πολιτική σκηνή με άτομα από τον υγιή παραγωγικό ιστό, τα οποία δεν επιθυμούν να συγχρωτισθούν με την επικρατούσα διαφθορά και μετριοκρατία. Θα διαρραγεί ο υπόγειος δίαυλος της διαπλοκής και της αδιαφάνειας που συνδέει τα διαπλεκόμενα συμφέροντα με τους επαγγελματίες πολιτικούς. Θα καταπολεμηθεί ο πελατειασμός που απομυζά τον κοινωνικό ιστό και αλλοιώνει την ουσία και το νόημα της ισονομίας, της ισοπολιτείας και της αξιοκρατίας. Θα ανακτηθεί η προσωπική αξιοπρέπεια και αυτονομία των βουλευτών που, απαλλαγμένοι από το άχθος της επανεκλογής, θα αποφασίζουν με κριτήριο την προσωπική τους κρίση και συνείδηση και την έγνοια του δημόσιου συμφέροντος.
Είναι η θεσμική αυτή παρέμβαση εφικτή ή ρομαντική; Ίσως είναι ρομαντική, διότι θα πρέπει να τη λάβουν οι ίδιοι οι αντιπρόσωποι του έθνους που προσπορίζονται τα ελέη της εξουσίας, και, όπως είναι φυσικό, κανείς δεν κόβει το κλαδί επάνω στο οποίο κάθεται. Όμως, οι πολιτικοί πρέπει να είναι, εκτός των άλλων, και διορατικοί. Διαφορετικά, σύντομα θα διαπιστώσουν ότι το ρητό "Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι" έχει διαχρονική ισχύ. Η σύγχρονη ιστορία πολλών χωρών βρίθει περιπτώσεων ακύρωσης, ευτελισμού και εκδίωξης ολόκληρων πολιτικών τάξεων.
*Ο Ανδρέας Μήλιος είναι Διδάκτορας Πολιτειολογίας του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης, Οικονομολόγος με ειδίκευση στο Μάρκετινγκ.
Subscribe to:
Posts (Atom)




